|
Τα αερόφωνα είναι τα όργανα που είναι πιο κοντά στη δική μας ανθρώπινη φύση. Χρειάζονται την ανάσα μας, τον αέρα που θα φυσήξουμε μέσα τους. Και είναι πολύ σπουδαίο, γιατί η έκφραση που έρχεται από τον ίδιο μας τον εαυτό, περνάει μέσα στους σωλήνες (καλαμένιους, ξύλινους ή κοκάλινους) και ο ήχος είναι πραγματικά πολύ εκφραστικός. Υπάρχουν τρία ποιμενικά καλαμένια διαφορετικά όργανα: οι φλογέρες, τα σουραύλια και οι μαντούρες. Το διαφορετικό που έχουν είναι η άκρη τους που εκεί ακουμπάμε τα χείλια μας για να πάιξουμε.1
Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν το κλαρίνο, η φλογέρα, το σουραύλι, η μαντούρα, η τσαμπούνα, η γκάιντα και ο ζουρνάς. 2

Οι φλογέρες Οι φλογέρες είναι η καλύτερη παρέα των τσοπάνηδων. Ορισμένες μελωδίες που παίζουν τις αναγνωρίζουν σιγά - σιγά τα ζώα του κοπαδιού. Καταλαβαίνουν δηλαδή ποιο είναι το τραγούδι για τη νυχτερινή βοσκή ή για την μεσημβρινή ξεκούραση.1
Η φλογέρα παίζεται κυρίως στη στεριανή Ελλάδα και αποτελείται από ένα σωλήνα ανοιχτό στα δύο άκρα. Οι φλογέρες, ανάλογα με τις τρύπες που φέρουν κατά μήκος του κορμού, διακρίνονται σε κοντές (έως περίπου 50εκ.) και μακριές (έως περίπου 85εκ.).2 Το σουραύλι Το σουραύλι μοιάζει με την φλογέρα μόνο που το άνοιγμα του καλαμιού δεν είναι στο πάνω μέρος αλλά λοξά στην άκρη. Στην Κρήτη ονομάζεται Θιαμπόλι.1 Το σουραύλι παίζεται όμως κυρίως στη νησιωτική Ελλάδα. Το επιστόμιό του κλείνεται με τάπα, που αφήνει μία λεπτή σχισμή απ' όπου περνά το φύσημα.2
Η μαντούρα Η μαντούρα παίζεται κυρίως στην Κρήτη και φτιάχνεται μόνο από καλάμι. Το επιστόμιό της, κλειστό από τον κόμπο του καλαμιού, είναι τύπου κλαρινέτου με ένα λεπτό γλωσσίδι.2
Ο Ζουρνάς Ο Ζουρνάς oνομάζεται και καραμούζα ή πίπιζα. Παίζεται πάντα με το νταούλι στα πανηγύρια γιατί ο ήχος του είναι δυνατός και διαπεραστικός. Ο οργανοπαίχτης φυσάει από ένα ειδικό γλωσσίδι που λέγεται τσαμπούνα.1
Ο ζουρνάς ή καραμούζα ή πίπιζα είναι όργανο τύπου όμποε, με διπλό δηλαδή γλωσσίδι, στο οποίο οφείλει τον οξύ διαπεραστικό ήχο του. Στην ίδια οικογένεια ανήκε και ο αυλός, το κατεξοχήν πνευστό της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Τα μεγέθη του ζουρνά ποικίλλουν. Τους πιο κοντούς ζουρνάδες απαντάμε στη δυτική Ρούμελη και τον Μοριά, ενώ τους μακρύτερους στη Μακεδονία.2
Ο άσκαυλος Ο άσκαυλος (ασκί και αυλός) έρχεται στην Ελλάδα από την Ασία τον 1ο μ.Χ. αι., και τον συναντάμε σε δύο τύπους: την τσαμπούνα (στα νησιά) και την γκάιντα (στη Μακεδονία και τη Θράκη). Για την κατασκευή τους χρησιμοποιείται δέρμα κατσίκας ή εριφίου ειδικά κατεργασμένο, ενώ για το επιστόμιο χρησιμοποιείται καλάμι, ξύλο ή κόκαλο. Οι δύο τύποι διαφέρουν στη συσκευή για την παραγωγή ήχου.2 Η τσαμπούνα αποτελείται από το ασκί που είναι τομάρι κατσίκας ή αρνιού. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της και η δυσκολία της να παιχτεί είναι ότι ο τσαμπουνάρης βαστάει το ασκί κάτω από την αριστερή του μασχάλη. Φυσάει από το φυσητάρι για να γεμίσει το ασκί αέρα και παίζει με τα δάχτυλά του στις δύο μπιμπικομάνες.1
Η γκάιντα παίζεται περισσότερο στη Μακεδονία και τη Θράκη. Μοιάζει με την τσαμπούνα, έχει όμως τρεις αυλούς δεμένους στο ασκί της. Στις μελωδίες που παίζει ο γκαϊτιέρης ηχεί παράλληλα και πάντοτε ο ίδιος ήχος που έχει το μπουρί. Έχουμε δηλαδή δύο φωνές συγχρόνως. Τη μελωδία και το ίσο.1
Το κλαρίνο Το κλαρίνο είναι το πιο νέο όργανο στη μουσική μας παράδοση. Έρχεται στην Ελλάδα μετά το 1835 από την Ευρώπη. Σιγά - σιγά όμως έγινε πολύ σημαντικό για τη δημοτική μας μουσική, γιατί με τις τεχνικές δυνατότητες που έχει, στολίζει με πολλά μελωδικά ποικίλματα τα τραγούδια, καταφέρνοντας μάλιστα κάποιες φορές και να "συνομιλεί" με τους τραγουδιστές. Οι Έλληνες οργανοπαίχτες, με τον τρόπο που το παίζουν, το κάνουν να ακούγεται πολύ διαφορετικά απ' ότι στις άλλες χώρες της Ευρώπης.1
Το κλαρίνο έρχεται στην Ελλάδα από την Τουρκία γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Μέσω της Ηπείρου και της δυτικής Μακεδονίας διαδίδεται στην υπόλοιπη Ελλάδα και μαζί με το βιολί, το λαγούτο και το ντέφι αποτελούν την κομπανία, το κατεξοχήν λαϊκό συγκρότημα της στεριανής Ελλάδας, που αντικαθιστά την πατροπαράδοτη ζυγιά. Από την εποχή του Μεσοπολέμου παίρνει την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα και αναγνωρίζεται ως όργανο "εθνικό".2
|