| Χορδόφωνα |
|
|
|
| Συντάχθηκε απο τον/την Οδυσσέας |
| Τρίτη, 07 Οκτώβριος 2008 00:15 |
|
Χορδόφωνα είναι τα όργανα που έχουν χορδές για να δίνουν το διαφορετικό ηχόχρωμα από τις άλλες ομάδες οργάνων.1 Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ο ταμπουράς, το λαγούτο, το ούτι, η κιθάρα, η λαγουτοκιθάρα, τα μαντολινάτα, το βιολί, η λύρα, ο κεμεντζές, το κανονάκι, και το σαντούρι.2 Μια χορδή δίνει ανάλογα με το μήκος της διαφορετικούς τόνους. Αν είναι μεγάλη, ο ήχος είναι βαθύτερος, γιατί οι κραδασμοί της είναι πιο αργοί. Αν όμως αυτή την ίδια σε πάχος χορδή την κοντύνουμε, ο ήχος θα είναι πιο οξύς, γιατί οι κραδασμοί (οι παλμικές κινήσεις) θα είναι πιο σύντομες.1 Οι τεντωμένες χορδές στα έγχορδα όργανα παίζονται με πολλούς τρόπους: με το δοξάρι, με τα δάχτυλα, με την πένα ή τις μπαγκέτες.1 Τα όργανα που για να ηχήσουν, πρέπει οι χορδές τους να τσιμπηθούν με τα δάχτυλα ή με την πένα, λέγονται νυκτά.1 ![]() Ταμπουράς Ταμπουράς είναι το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες από πολύ παλιά για μια σειρά νυκτών οργάνων. Είναι ένα πολύ δύσκολο όργανο στο παίξιμό του.1 Η ονομασία ταμπουράς χρησιμοποιείται για μια σειρά από νυκτά όργανα της οικογένειας του λαγούτου, ανεξάρτητα από τις διαστάσεις, τον αριθμό των χορδών και το κούρδισμά τους. Τα αρχέτυπα των οργάνων αυτών, γνωστά ήδη από τη 2η π.Χ. χιλιετία, έχουν μικρό ηχείο, μακρύ χέρι και παίζονται με την πένα ή με το χέρι. Στην αρχαία Ελλάδα ο τύπος αυτός είναι γνωστός ως τρίχορδο, στο Βυζάντιο ως θαμπούρα και στη νεότερη Ελλάδα ως ταμπουράς, μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.ά. Είναι το κύριο μουσικό όργανο στην παράδοση του ρεμπέτικου, της αστικής λαϊκής μουσικής, που αναπτύσσεται στα λιμάνια του Αιγαίου από τα τέλη του 19ου αι. μέχρι τη δεκαετία του ΄50.2 Σήμερα, απ' αυτήν την οικογένεια, χρησιμοποιούνται περισσότερο το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς. Τα δύο αυτά όργανα είναι γνωστά από παλιά. Στην Ελλάδα όμως ήρθαν μετά την καταστροφή των Ελλήνων στη Μικρά Ασία το 1923. Τότε οι Έλληνες που ζούσαν εκεί, ήρθαν και μείνανε εδώ στην Ελλάδα. Μαζί τους φτάσανε και οι ήχοι των δύο αυτών οργάνων.1 Το μπουζούκι, το όργανο που έκανε διεθνώς γνωστή την ελληνική λαϊκή μουσική, ήρθε μαζί με το όνομά του (bozuk) από την Τουρκία.1 Το Λαγούτο Το Λαγούτο που είναι γνωστό και σαν λαβούτο ή λαούτο, έχει μεγάλο, αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ χέρι. Το λαγούτο είναι το όργανο που κρατάει το ρυθμό, συνοδεύοντας τους τραγουδιστές ή τους βιολιτζήδες και τους χορευτές. Σε όλη την Ελλάδα - ιδιαίτερα όμως στα νησιά ή στις παράλιες πόλεις είναι ο "αρχηγός", που τα μελωδικά όργανα θα κάνουν τις χιλιάδες όμορφες παραλλαγές τους και στολίσματα στα τραγούδια. Το λαγούτο έπαιξε έναν σπουδαίο και σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια ιστορία της μουσικής, για πολλά χρόνια (15ος - 18ος αιώνας).1 Το λαγούτο, αποτελεί σύνθεση στοιχείων από την αρχαιοελληνική πανδούρα και το αραβικό ούτι. Με τέσσερις διπλές χορδές είναι το κατεξοχήν όργανο ρυθμικής συνοδείας στο τυπικό συγκρότημα της στεριανής Ελλάδας, την κομπανία. Παλιότερα παιζόταν και ως μελωδικό όργανο (σόλο), παράδοση που εξακολουθεί στην Κρήτη.2 Το Ούτι Το Ούτι έχει κι αυτό μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο, το χέρι του όμως είναι πιο πλατύ από του λαγούτου και καταλήγει σχεδόν σε ορθή γωνία. Είναι το μόνο όργανο που δεν έχει τάστα.1 Είναι αραβικής προέλευσης.Η ονομασία του προέρχεται από το αραβικό al'ud (που σημαίνει ξύλο). Έχει πέντε διπλές εντέρινες χορδές και παίζεται σόλο ή με άλλα μουσικά όργανα στη μουσική παράδοση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Θράκης.2 Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κιθάρα αντικαθιστά σταδιακά το λαγούτο στα δύο παραδοσιακά οργανικά συγκροτήματα, τη ζυγιά και την κομπανία. Ενδιάμεσος σταθμός την εποχή του Μεσοπολέμου αποτέλεσε η λαγουτοκιθάρα, που είχε τη μορφή κιθάρας αλλά τον αριθμό των χορδών του λαγούτου.2 Το σαντούρι Το σαντούρι που παίζεται ακουμπισμένο σε ένα τραπέζι, έχει χορδές που είναι τεντωμένες οριζόντια σε ένα κομμάτι ξύλο, πιασμένες από κάτι μικρά καρφάκια στην άκρη του οργάνου. Όταν οι οργανοπαίχτες περπατούν παίζοντας στα πανηγύρια και στους γάμους, τότε το κρεμάνε με ένα γερό πλατύ πετσί στο λαιμό τους για να είναι οριζόντιο μπροστά τους και να μπορούν να χτυπάνε τις χορδές με τις μπαγκέτες. Οι μπαγκέτες έχουν τη μια τους άκρη λυγισμένη λίγο. Αυτή η άκρη τυλίγεται σφιχτά με βαμβάκι ή δέρμα. Το ντυμένο άκρο της μπαγκέτας χτυπάει σαν σφυράκι πάνω στις χορδές. Ο οργανοπαίχτης παίζει βέβαια τις μελωδίες και με τα δυο του χέρια, δουλεύοντας τις μπαγκέτες πολύ γρήγορα.1 Το σαντούρι, διαδόθηκε στον ελλαδικό χώρο από τους Έλληνες της Μικράς Ασίας μετά την καταστροφή του ΄22. Χάρη στις τεχνικές και εκφραστικές του δυνατότητες, αποτελεί μέρος της κομπανίας στη στεριανή Ελλάδα ή της νησιωτικής ζυγιάς.2 Το κανονάκι Το κανονάκι ή ψαλτήριο έχει σχήμα ορθογώνιου τραπεζίου, με ανοιχτές τρύπες και όμορφα διακοσμητικά σχέδια. Μοιάζει με το σαντούρι. Για την κάθε νότα υπάρχουν τρεις χορδές, στο ίδιο ύψος και οι τρεις. Ο οργανοπαίχτης κάθεται και ακουμπά στα πόδια του το κανονάκι. Βάζει στους δείχτες των δύο χεριών του τις δαχτυλήθρες και εκεί στερεώνει τις πένες ή τα νύχια. Έτσι τσιμπάει με ακρίβεια τις χορδές που πρέπει.1 Το κανονάκι (από τον κανόνα, το μονόχορδο όργανο του Πυθαγόρα) είναι γνωστό στον ελλαδικό χώρο από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο. Είναι νυκτό όργανο με εντέρινες χορδές και παίζεται με δύο πένες.2 Οι λύρες Δύο τύπους λύρας συναντάμε στην Ελλάδα: την κρητική ή νησιώτικη λύρα και την ποντιακή.1 Το παίξιμο της κρητικής λύρας έχει μια πρωτοτυπία. Ο λυράρης δεν πιέζει τις χορδές με το δάχτυλο, αλλά ακουμπάει το νύχι του πλάι στην χορδή. Το δοξάρι της λύρας έχει συνήθως στερεωμένα πάνω του μικρά κουδουνάκια που λέγονται γερακοκούδουνα και ηχούν κρατώντας τους ρυθμούς ανάλογα με την κίνηση του δοξαριού. Το στόλισμα της λύρας που μπορεί να είναι σκαλισμένα σχήματα στην πλάτη της σκάφης, είναι πάντα μια ατέλειωτη πρόκληση στην έμπνευση των κατασκευαστών να την κάνουν πολύ όμορφη.1 Η λύρα με δοξάρι ανιχνεύεται στο Βυζάντιο ήδη το 10ο αι. μ.Χ., με προέλευση την κεντρική Ασία, και έχει τρεις χορδές. Στις μέρες μας, με την εξάπλωση του λαϊκού βιολιού, περιορίζεται πλέον στην Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και τη Μακεδονία.2 Οι Έλληνες του Πόντου χρησιμοποιούν τη φιαλόσχημη λύρα με τρεις χορδές, ενώ οι Έλληνες της Καππαδοκίας με έξι χορδές.2 Ο κεμεντζές είναι η λύρα που παίζεται στον Πόντο. Σχεδόν πάντα παίζεται μόνη της χωρίς να χρειάζεται συνοδεία από άλλα όργανα. Ο εκτελεστής, τις περισσότερες φορές, την ακουμπάει στο αριστερό του πόδι.1 Το βιολί Το βιολί, το κύριο μουσικό όργανο της συμφωνικής ορχήστρας, αλλά και μια δύσκολη τεχνική μελέτη για τα παιδιά ή για τα νεαρά άτομα που σπουδάζουν αυτό το όργανο στα ωδεία. Οι περισσότεροι όμως λαϊκοί βιολιστές δεν έχουν σπουδάσει στα ωδεία. Έχουν μεγάλη βοήθεια το μουσικό τους ένστικτο, δηλαδή το σωστό αυτί, τη μουσική τους μνήμη, που θυμούνται χιλιάδες τραγούδια χωρίς να διαβάζουν νότες και τη χαρά να συμπαρασέρνουν τους τραγουδιστές και τους χορευτές στους πανηγυριώτικους χορούς. Βέβαια, αυτοί οι μουσικοί δεν μπορούν να παίξουν άλλα είδη μουσικής, που χρειάζεται κανείς να ξέρει να διαβάζει νότες για να τα παίξει. Αλλά έτσι συμβαίνει στη μουσική, όπως συμβαίνει και στη ζωή μας. Κανένας δεν μπορεί να ξέρει να μας μιλήσει για τα πάντα. Έτσι κι ένας μουσικός δεν είναι υποχρεωμένος να παίζει όλα τα είδη μουσικής. Οι λαϊκοί βιολιστές λοιπόν, μπορεί να μην έχουν την τεχνική ικανότητα των μουσικών της συμφωνικής ορχήστρας, όμως το βιολί τους στη λαϊκή δημοτική μουσική τραγουδάει σαν το πιο γλυκό αηδονάκι.1 Το βιολί, που ως λαϊκό μουσικό όργανο επισημαίνεται στην Ελλάδα από το 17ο αι., αποτελεί σήμερα ένα από τα κύρια μελωδικά όργανα τόσο στη στεριανή όσο και στη νησιωτική Ελλάδα.2 Το βιολί έχει τέσσερις χορδές που ο εκτελεστής τις χαϊδεύει με το δοξάρι, ένα ξύλινο ραβδάκι που στις άκρες του τεντώνονται τρίχες από ουρά αλόγου ή από συνθετικές ίνες.1 Το μαντολίνο Το μαντολίνο μαζί με την κιθάρα αποτελούν τα βασικά όργανα της μαντολινάτας, του συγκροτήματος που συνοδεύει την αστική λαϊκή μουσική (αθηναϊκή και επτανησιακή καντάδα) από τα τέλη του 19ου αιώνα.2 1: "Λαϊκά όργανα του κόσμου", Μ. ΚΥΝΗΓΟΥ - ΦΛΑΜΠΟΥΡΑ, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑ 2: Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων - Συλλογή Φοίβου Ανωγειανάκη |